ἀσκηθής

ἀσκηθής
Grammatical information: adj.
Meaning: `unhurt, unscathed' (Il.).
Other forms: ξ 255 ἀσκηθέες = -θεῖς, not ἀσκεθέες with Eustathius (s. Leumann Hom. Wörter 263 A. 3 m. Lit.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Presupposes a noun *σκῆθος n. `damage', which has been connected with Germ.-Celt. words, Goth. skaÞis n. `damage'; the comparison is impossible as θ does not agree with Goth. Þ.
Page in Frisk: 1,164

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασκηθής — ἀσκηθής, ές (Α) 1. ο αβλαβής, ο σώος 2. ο ασφαλής 3. ο γνήσιος, ο ανόθευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + *σκήθος «βλάβη, ζημιά», το οποίο συνδέεται με μια γερμανική και κελτική ομάδα λέξεων (πρβλ. γοτθ. skapis «βλάβη, ζημιά», ιρλ. scathaim «παραλύω,… …   Dictionary of Greek

  • ἀσκηθής — unhurt masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθῇς — ἀσκέω work aor subj pass 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθῆ — ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσκηθής unhurt masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθεῖς — ἀσκηθής unhurt masc/fem acc pl ἀσκηθής unhurt masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέα — ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀσκηθής unhurt masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθές — ἀσκηθής unhurt masc/fem voc sg ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθοῦς — ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέας — ἀσκηθής unhurt masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέες — ἀσκηθής unhurt masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέος — ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.